μηδενιστής


μηδενιστής
[мкдэнистис] ουσ. а. нигилист.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μηδενιστής" в других словарях:

  • μηδενιστής — ο, θηλ. μηδενίστρια ο οπαδός τού μηδενισμού. [ΕΤΥΜΟΛ. < μηδέν + ιστής. Απόδοση στην ελλ. τού γαλλ. nihil iste. Η λ. μαρτυρείται από το 1877 στον Εμ. Ροΐδη] …   Dictionary of Greek

  • μηδενιστής — ο θηλ. ίστρια ο οπαδός του μηδενισμού, ο νιχιλιστής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μηδενιστικός — ή, ό αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή προσιδιάζει στον μηδενιστή ή στον μηδενισμό. επίρρ... μηδενιστικώς και ά κατά την άποψη τού μηδενισμού, από μηδενιστική άποψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < μηδενιστής. Η λ. μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα Εστία] …   Dictionary of Greek

  • νιχιλιστής — ο, θηλ. νιχιλίστρια (φιλοσ.) οπαδός τού μηδενισμού, μηδενιστής. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. nihilist < λατ. nihil «μηδέν»] …   Dictionary of Greek

  • νιχιλιστής — ο θηλ. ίστρια οπαδός του νιχιλισμού, αλλ. μηδενιστής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)